πλεούμενο

το / πλεούμενον, ΝΜ
πλοίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το ρ. πλέω με την κατάλ. τών μτχ. τών συνηρημένων ρ. -ουμένος, -ουμένη, -ούμενο(ο) (πρβλ. μελλ-ούμενα, πετ-ούμενα, χρειαζούμενα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πλεούμενο — το το πλοίο, το καράβι και κάθε πλωτό μέσο: Γιατί δεν έχουν τα γοργά καράβια των Φαιάκων σαν τ άλλα τα πλεούμενα τιμόνια ή κυβερνήτες (Οδύσεια, μτφρ. Σίδερη) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αβαράρω — και αβαρέρνω και αβαραρίζω 1. καθελκύω πλοίο 2. απομακρύνω βάρκα ή άλλο μικρό πλεούμενο από κάπου με τα χέρια, τα κουπιά ή γάντζο 3. απομακρύνω κάτι από κοντά μου, αποφεύγω τον κίνδυνο, αποκρούω, αμύνομαι 4. (η προστ. ως ναυτικός όρος) αβάρα! α)… …   Dictionary of Greek

  • ακρίζω — (Α ἀκρίζω) νεοελλ. 1. οδηγώ σε μιαν άκρη, απομονώνω κάποιον 2. αποσύρομαι σε μιαν άκρη, παραμερίζω 3. (για πλεούμενο) πλευρίζω μσν. 1. τρώω τις άκρες 2. κόβω την άκρη αρχ. βαδίζω στις μύτες τών ποδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκρος. ΠΑΡ. αρχ. ἄκρισμα. ΣΥΝΘ …   Dictionary of Greek

  • αντιπρωρίζω — γυρίζω την πλώρη προς τον αγέρα ή προς άλλο πλεούμενο, πλησιάζω κατά μέτωπο άλλο σκάφος …   Dictionary of Greek

  • λεβάρω — τραβώ αλυσίδα ή παλαμάρι, σύρω με αλυσίδα ή με παλαμάρι ένα πλεούμενο στη στεριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. levare «υψώνω»] …   Dictionary of Greek

  • σκαφίδι(ο) — (I) το / σκαφίδιον, ΝΜΑ υποκορ. 1. μικρή σκάφη 2. ελαφρύ πλοίο, μικρό πλεούμενο νεοελλ. 1. (χωρίς υποκορ. σημ.) σκάφη 2. τεμάχιο τού μηχανισμού επαναληπτικών τυφεκίων που χρησιμεύει για τη μεταφορά τών φυσιγγίων από την αποθήκη στην είσοδο τής… …   Dictionary of Greek

  • πλέω — πλέω, έπλευσα βλ. πίν. 42 Σημειώσεις: πλέω : από την παθητική φωνή χρησιμοποιείται μόνο η ουσιαστικοποιημένη μτχ. το πλεούμενο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αθαλάσσωτος — η, ο 1.αυτός που δεν έκανε θαλασσινό ταξίδι, που δεν ξέρει από θάλασσα: Ο άνθρωπος, αθαλάσσωτος, άρχισε να ανακατεύεται μόλις ξεκίνησε το πλεούμενο. 2. αυτός που έμεινε χωρίς να «θαλασσωθεί», να «σαλατοποιηθεί»: Στο τέλος δεν είχε αφήσει τίποτε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βάρκα — η μικρό πλεούμενο που κινείται με κουπιά ή μηχανή, η λέμβος: Στο μικρό λιμανάκι ήταν αραγμένες πολλές ψαράδικες βάρκες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπενζίνα — η (λ. γαλλ.) 1. η βενζίνη (βλ. λ.). 2. βενζινοκίνητο μικρό πλεούμενο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.